Saturday, 17 October 2009

ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΙΓΜΩΝ - 2



... Συνέχεια από το προηγούμενο


2


ΜΟΙΡΑΙΑ ΜΙΚΡΟΣΤΙΓΜΗ


Ο Τάκης, φορώντας ένα κίτρινο-πορτοκαλί σωσίβιο, καθόταν με την συνηθισμένη του άνεση στο πίσω μέρος του ταχύπλοου σκάφους κρατώντας το σκι που ετοιμαζόταν να φορέσει στο αριστερό πόδι μόλις θα κατέβαινε από το σκαλί της πρύμνης. Ο πατέρας του, που καθόταν στην θέση του οδηγού, ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την εσσωλέμβια μηχανή για να τραβήξει τον Τάκη με το μονό σκι γύρω από τον μικρό κόλπο δίπλα στο Κάβο Γκρέκο. Η θάλασσα, ήταν εντελώς ακίνητη, επικρατούσε άπνοια όπως και τα περισσότερα πρωινά τέτοια εποχή, πράγμα που την έκανε ιδιαίτερα ελκυστική για τους λάτρεις του θαλασσίου σκι. Η μητέρα του Τάκη, που μόλις είχε τελειώσει ένα γύρο σκι, σκούπιζε τα μαλλιά της με μια πετσέτα, καθισμένη στη θέση του συνοδηγού την οποία είχε γυρίσει προς τα πίσω για να μπορεί να βλέπει τον σκιέρ και να καθοδηγεί τον σύζυγό της που θα οδηγούσε.


Ένας συνεχής βόμβος άρχισε να ακούγεται που σταδιακά δυνάμωνε και προμηνούσε πως κάποιο άλλο ταχύπλοο πλησίαζε. Δεν ήσαν πολλά τα σκάφη που τριγύριζαν τόσο πρωί, μόνο κάποιοι ψαράδες και μερικοί άλλοι με το ίδιο μ’ αυτούς πάθος για θαλάσσιο σκι. Ο Τάκης, περίμενε να δει την κατεύθυνση που θα είχε το άλλο σκάφος για να αποφασίσει αν θα ξεκινούσε αμέσως την βόλτα του ή αν θα περίμενε να απομακρυνθεί το άλλο σκάφος για να αποφύγει τα κύματα που θα έφερνε η πορεία του. Για την ώρα, άκουγε μεν την μηχανή των άλλων όμως το σκάφος τους ακόμα δεν φαινόταν αφού ήταν πίσω από τα βράχια του διπλανού κολπίσκου. Ζήτησε από τον πατέρα του που θα οδηγούσε, να περιμένει.


Το ταχύπλοο, με δύο εξωλέμβιες μηχανές και έχοντας πλήρωμα δύο πρόσωπα, εμφανίστηκε, μόλις πέρασε τα βράχια που το έκρυβαν, να κινείται με μεγάλη ταχύτητα προς το μέρος τους έχοντας πάρει πορεία πολύ κλειστής στροφής προς τα δεξιά. Ήταν εμφανές ότι ο οδηγός του ήταν πρωτάρης και πως δεν μπορούσε να κουμαντάρει το σκάφος. Η μητέρα του Τάκη, που διαισθάνθηκε τον κίνδυνο, τσίριξε προς τον σύζυγο της ν α βάλει μπρος την μηχανή και να απομακρυνθεί. Ήταν όμως πολύ αργά.


Ο άπειρος κυβερνήτης, αντιλαμβανόμενος την τελευταία στιγμή πως το σκάφος του βρισκόταν σε πορεία σύγκρουσης με το σκάφος των σκιέρ, επιχείρησε να αποφύγει την αναμενόμενη επαφή γυρίζοντας το τιμόνι του ακόμα δεξιότερα. Αυτό ήταν και το μεγαλύτερό του λάθος. Μη υπακούοντας καθόλου πλέον το ταχύπλοο στις εντολές του, ξέφυγε ακόμα περισσότερο από την πορεία του, με την πρύμνη να γυρίζει απότομα προς τα αριστερά. Η πρώτη βίαιη επαφή των δύο σκαφών έγινε στο μέρος που καθόταν ο Τάκης, ο οποίος αφού κτυπήθηκε από το αριστερή πλευρά του τρελού ταχύπλοου, βρέθηκε αιμόφυρτος στην θάλασσα. Η πρύμνη, στην οποίαν βρίσκονταν οι δύο εξωλέμβιες μηχανές, κτύπησε στη συνέχεια την αριστερή πλευρά του σκάφους των σκιέρ που εν τω μεταξύ είχε γυρίσει προς τα αριστερά από την πρώτη σύγκρουση και με την φόρα που είχε, το ακυβέρνητο πια σκάφος, αναποδογυρίστηκε και βρέθηκε πάνω στο σκάφος των σκιέρ, παρασύροντάς το συγχρόνως με την κεκτημένη ταχύτητα του ακόμα πιο αριστερά, σε απόσταση μεγαλύτερη των πενήντα μέτρων από την αρχική του θέση.


Η Παυλίνα, εμφανώς ταραγμένη από την δυσάρεστη θύμηση, ανάδευσε με το αριστερό χέρι το ποτήρι με το λευκό κρασί που της είχε ήδη φέρει ο σερβιτόρος και ήπιε μια γερή γουλιά, αφού πρώτα στριφογύρισε το ντόπιο ξυνιστέρι γύρω από την γλώσσα της για να αισθανθεί καλύτερα τα αρώματά του. Βλέποντας τον Νικόλα που καθόταν απέναντι της αμίλητος και εκστατικός, συνέχισε λέγοντας αυτό που ο Νικόλας είχε ήδη προβλέψει: βενζίνη είχε διαρρεύσει από τις δύο εξωλέμβιες μηχανές και ένας σπινθήρας προκάλεσε μια τρομακτική έκρηξη.


Από το ίδιο βράδυ και για αρκετές μέρες στη συνέχεια, τις ειδήσεις μονοπωλούσε η φοβερή αυτή τραγωδία που στέρησε από την Παυλίνα και τον Τάκη, τους δύο γονείς και την άφησε, εδώ και δύο χρόνια με την ευθύνη της κηδεμονίας του μοναδικού της ετεροθαλούς αδελφού, που είχε μείνει παράλυτος από το δυστύχημα. Το σωσίβιο που φορούσε ο Τάκης του έσωσε την ζωή αλλά το κτύπημα στα πόδια ήταν τέτοιο που του έφερε την αναπηρία με την οποία θα περνούσε μοιραία το υπόλοιπο της ζωής του.


«Με θλίβει αφάνταστα, όπως κατάλαβες, όταν μιλώ για το δυστύχημα», είπε και παρακάλεσε τον Νικόλα να ζητήσει ένα ποτήρι νερό. «Ήθελα όμως να σου εξηγήσω γιατί αναστατώθηκα τόσο πολύ όταν είδα τον Πίκο να βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση» και συνέχισε, «είναι βλέπεις ο αχώριστος σύντροφος του αδελφού μου του Τάκη. Έχουν περάσει σχεδόν δύο χρόνια από το μοιραίο συμβάν και ο Τάκης κλείστηκε στον εαυτό του, δεν θέλει να βλέπει κανένα, ούτε τους παλιούς του φίλους, ούτε να πηγαίνει στο σχολείο. Πήραμε άδεια από το υπουργείο να του παρέχουμε κατ’ οίκον εκπαίδευση με ιδιώτες καθηγητές». Ήπιε λίγο από το νερό που ο ίδιος ο Νικόλας της έφερε από το μπαρ και συνέχισε, «Μόλις πριν από μερικές βδομάδες δέχτηκε να πάει ξανά στο σχολείο με τροχοκάθισμα και αφού τον βοήθησε ένας εξαιρετικός ψυχολόγος, γείτονας και πολύ καλός οικογενειακός φίλος, που τον συναντούσε σχεδόν καθημερινά αφ’ ότου βγήκε από το νοσοκομείο.»


«Αμέσως μόλις με ειδοποίησαν για τα συμβάντα, παράτησα την δουλειά μου στο Παρίσι και γύρισα να συμπαρασταθώ και να φροντίσω τον αδελφό μου».


«Θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για σένα» είπε ο Νικόλας «και φαντάζομαι πως ήσουν μόνιμα εγκατεστημένη εκεί. Και η οικογένειά σου;»


«Μόνη ήμουνα, πιο παλιά και για μερικά χρόνια συζούσα μ’ ένα παιδί από το Μπορντό αλλά χωρίσαμε αρκετά πριν συμβούν όλα αυτά. Αυτό που πραγματικά μου λείπει είναι η δουλειά που άφησα πίσω και οι φίλοι μου. Βλέπεις, μετά από τις σπουδές μου στην αρχαιολογία στη Αμερική, έκανα μεταπτυχιακά στη ιστορία της τέχνης και την μουσειολογία στη Φλωρεντία και κατάφερα να πάρω μια θέση στο μουσείο του Λούβρου. Ήμουνα ένας από τους επιμελητές στο τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών καθ Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων. Έβλεπα καθημερινά την Αφροδίτη της Μήλου!» είπε και άφησε ένα πικρό χαμόγελο.


«Δεν θα το άντεχα να αφήσω μόνο τον Τάκη στη κατάστασή του. Έχει, βέβαια, και την γιαγιά Μυρτώ, από την πλευρά της μητέρας του, αλλά κι αυτή κοντεύει το ογδόντα, αν και έχει πολύ καλή σωματική και πνευματική υγεία, για την ηλικία της. Είναι αρκετά μικρότερος από εμένα γιατί γεννήθηκε από τον δεύτερο γάμο του πατέρα, πριν από δεκατέσσερα περίπου χρόνια,» και αφού άφησε ακόμα ένα αινιγματικό χαμόγελο, είπε, «εγώ, όπως βλέπεις, δεν είμαι κανένα νιάνιαρο, γεννήθηκα στην Αμμόχωστο, οπότε και να θέλω, δεν μπορώ να κρύψω πολλά χρόνια από την ηλικία μου.»


Επέστρεψε με τα πόδια στον παραλιακό πεζόδρομο, αφού αρνήθηκε ευγενικά τις επίμονες προτάσεις της Παυλίνας να το πάρει στο σπίτι του με το αυτοκίνητό της και αφού αντάλλαξαν τους αριθμούς τηλεφώνων τους. Του άρεσε το περπάτημα και η μοναξιά. Περπατούσε μηχανικά και αδιάφορα χωρίς να μπορεί να αποβάλει τον συγκλονισμό από την ατυχή ιστορία που μόλις είχε ακούσει. Πόσο ευάλωτη και συνάμα δυνατή του φάνηκε η Παυλίνα. Του άρεσαν οι αντιθέσεις και οι πρωτοτυπίες. Όπως έκανε συνήθως άμα κάτι έμπαινε στο μυαλό του, το στριφογύριζε συνεχώς στον εγκέφαλο, με τον ίδιο τρόπο που ο γευσιγνώστης στριφογυρίζει στη γλώσσα το φαγητό και το κρασί για να αφομοιώσει τις γεύσεις και τα αρώματα, προστάζοντας τον να του αποκαλύψει κάποιο τρόπο με τον οποίον θα μπορούσε να είναι χρήσιμος στα προβλήματα που άκουσε. Κάτι να σκεφθεί, που να μπορούσε να κάνει την Παυλίνα πιο χαρούμενη και την ζωή του Τάκη πιο ευχάριστη. Ήξερε πως αυτή η σκέψη θα μονοπωλούσε το υποσυνείδητό του για αρκετά βράδια. Κολυμπώντας στη θάλασσα του νου, έφθασε στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε η σημερινή περιπέτεια. Βρήκε το ποδήλατό κάτω από το δένδρο που το άφησε και συνέχισε να το σπρώχνει.

***

Συνεχίζεται...

1 comment:

strovoliotis said...

Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. αναμένουμε το τρίτο μέρος...