Tuesday, 5 April 2016

ΧΥΤΙ - ΧΥΤΑ



Καταζητείται παίκτης, αριστερόχειρας, μακροχέρης. Φημολογείται ότι ποτέ δεν χάνει και έχει άρωμα βιολέτας σε γκρι αποχρώσεις. Βρωμάει μόνο τα βράδια ενώ τα ρούχα του θυμίζουν μισοτελειωμένο μπουκάλι κρασιού από κουκούτσια βαλανιδιάς. Σέρνεται υπογείως χωρίς αναπνευστική συσκευή και μονοκατοικεί σε πολυκατοικία. Αν τον βρείτε, φτύστε μου…


Wednesday, 27 January 2016

Φτάνει πια!



Οι υπάλληλοι όλων των ημικρατικών οργανισμών, βλέπε Αρχή (δια)Λιμένων, Cyta, ΑΗΚ, κ.α., εκτός από τρεις (δύο πανεπιστήμια και την επιτροπή σιτηρών) απολάβουν ενισχυμένης  ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης χωρίς να συνεισφέρουν απολύτως τίποτα. Όχι μόνον εντελώς δωρεάν αλλά και όπως προείπα, ενισχυμένην που καλύπτει μέχρι και σκελετούς ομματογυαλιών, όλα τα δόντια, ακόμα και τα βιάγκρα και τα προφυλακτικά τους.

Νισάφι πια!

Tuesday, 5 January 2016

Είναι πολλά τα κοκόρια...





έπαρση : υπερβολική υπερηφάνεια, μεγάλη ιδέα κάποιου για τον εαυτό του με αποτέλεσμα να φέρεται περιφρονητικά ή υποτιμητικά στους άλλους· (πρβ. αλαζονεία, υπεροψία): Άνθρωπος γεμάτος έπαρση. H έπαρση της απόλυτης βεβαιότητας. Διηγείται με έπαρση τα κατορθώματά του.

Τα πιο πάνω από λεξικό του διαδικτύου. Για να μαθαίνουμε. Όσοι βέβαια, δεν την συναντήσαμε πλειστάκις μπροστά μας, ειδικά τον τελευταίο καιρό, που πολύ αμφιβάλλω. Γιατί βρίθει η κοινωνία μας με επαρμένους. Είναι τόσοι πολλοί όσοι πιστεύουν πως η παρουσία τους και μόνο εντός της κοινωνίας αποτελεί δώρο προς αυτήν. Και το πιστεύουν ρε γαμώτο… Νισάφι πια. Πολιτικοί, τραπεζίτες, οικονομολόγοι, δικηγόροι (εδώ να δεις!), βουλευτές και άλλοι τέτοιοι, ποιητές και συγγραφείς  - που λένε στίχους,  γράφουν έργα - και κάμποσοι τόσοι άλλοι. Μα αυτοί δεν είχαν ποτέ δασκάλους; Να τους μάθουν να είναι ταπεινοί και όχι αλαζόνες; Να τους μάθουν πως πρέπει να εκθειάζουν τους άλλους μα ποτέ τον εαυτό τους; Τώρα θα μου πεις, πού να βρεθούν πλέον τέτοιοι δάσκαλοι. Πάνε κι αυτοί.

Ευτυχώς, γνωρίζω και άλλους ανθρώπους, ανεπιτήδευτους! 

Monday, 21 December 2015

Wednesday, 4 March 2015

Το ζεμπερέκι


Για να κουρντίσεις ένα ρολόι, κάποτε, έπρεπε μια φορά την ημέρα να γυρνάς το κουρντιστήρι στρίβοντας το προς τα εμπρός  με το μεγάλο δάκτυλο του ενός χεριού στην από πάνω πλευρά του και τον δείκτη του ιδίου χεριού στην από κάτω.  Και να επαναλαμβάνεις την κίνηση αυτή συνεχώς μέχρις ότου να μην μπορεί να γυρίσει το κουρντιστήρι άλλο πια. Με πολλή προσοχή όμως γιατί δεν θα έπρεπε να το στρίψεις περισσότερο απ’ ότι έπαιρνε γιατί θα έσπαζες το ζεμπερέκι, το ελατήριο, δηλαδή. Και άμα έσπαζε αυτό, άντε να τρέχεις στον ρολογά να το φτιάξει, αν φτιαχνότανε. Γιατί αν το ρολόι ήταν κανένα φτηνό της σειράς, δεν άξιζε τα λεφτά να το διορθώσεις. Άμα πάλιν ήταν κανένα ρολόι μάρκας, ακριβής, ήθελε ένα κάρο λεφτά να φτιαχτεί.


Ως που έκαναν την εμφάνισή τους τα αυτόματα ρολόγια. Αυτά, δεν χρειαζόντουσαν κούρντισμα γιατί είχαν έναν μηχανισμό, κάτι σαν εκκρεμές, που με την κίνηση του χεριού κούρντιζε το ρολόι από μόνο του. Εκτός και αν το έβγαζες από το χέρι και το άφηνες να κάθεται για μέρες. Οπότε ξεκουρδιζότανε και θα έπρεπε να στρίψεις γερά το κουρντιστήρι. Και φυσικά, να το βάλεις στη σωστή ώρα, αφού ήταν ήδη σταματημένο. Και πάντα, με προσοχή, να μην σπάσεις το ζεμπερέκι.


Τον μηχανισμό που άνοιγε μια πόρτα, παλιά, εκείνον τον απλό μηχανισμό με ένα ελατήριο κι ένα  μοχλό, κι αυτόν ζεμπερέκι τον λέγανε. Που άμα ανοιγόκλεινες μια πόρτα συνεχώς, πάλιν υπήρχε ο φόβος να το σπάσεις.


Το λέγαμε όμως και για τους ανθρώπους, όσοι για παράδειγμα είχαν πρόβλημα με την καρδιά τους, είχανε, λέγαμε, χαλασμένο το ζεμπερέκι. Και για όποιον επίσης είχε διαταραχές στο μυαλό, και αυτόν με χαλασμένο ζεμπερέκι πως ήταν, λέγαμε.


Τούρκικη, λένε, πως είναι η προέλευση της λέξης από το zemberek που σημαίνει ελατήριο. Είναι όμως και άλλοι που λένε πως η λέξη είναι ελληνική και είναι αντιδάνειο από τα τούρκικα, κάτι λέει σαν «εν τω μέσω δύο πείρων». Δεν θα ασχοληθούμε όμως με γλωσσολογικά θέματα. Αυτά ας τα αναλάβει ο κ. Μπαμπινιώτης και άμα θέλει ας το βάλει και στο λεξικό του γιατί  αν δεν κάνω λάθος, δεν το έχει.


Τώρα, γιατί ο λόγος για το ζεμπερέκι; Ε! Είναι που μου φαίνεται πως χρειαζόμαστε πολλά τέτοια, καινούργια, μπρούτζινα ή και ακόμα πιο στερεά. Γιατί σε πολλούς έχουν χαλάσει, ίσως από το πολύ στρίψιμο. Παρεμπιπτόντως, συστήνω να διαβάσετε το «Στρίψιμο της Βίδας» του Henry James. Γιατί είναι πολλοί σήμερα όσοι προσπαθούν να μας συγχύσουν μπερδεύοντας την  πραγματικότητα με την ψευδαίσθηση του πραγματικού.


Monday, 27 October 2014

Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου

Φύλακες των θεσμών, των αξιών και των φυλακών, φυλαχθείτε! Φυλακίζεται σήμερα ένας άμεμπτος υπερπατριώτης αγωνιστής, εκ των πρωταγωνιστών της αφύλακτης κυπριακής δημοκρατίας από ιδρύσεώς της. Που αφού έριξε τες σσιεπεδκιές του, κουτσούφλησε, τελικά, σε ρότσον που ο ίδιος έστησε, έτσι όπως στα κοκκινοχώρια στήνουν τα βερκά. Για άλλους προορίζετο ο ρότσος και άλλος τον κλώτσησε και έπεσε. Μα πώς έτσι κυρία δικαστής μου, οδηγείτε μίαν εκ των κολώνων της κυπριακής δημοκρατίας, έναν που αφού έμαθε και γράμματα, έμαθε να εκφωνεί και πανηγυρικούς κατά τας εθνικάς εορτάς, τας προς τιμή του εορτάς δηλαδή, αυτού και πολλών τόσων άλλων αγωνιστών που ευτυχώς που τους είχαμε οδηγούς και προστάτες τόσα χρόνια για να γνωρίσουμε ποια είναι τα χειρότερα ώστε να φυλαγόμαστε και να αναμένουμε ή ακόμα καλύτερα, να φτιάξουμε, εμείς, μόνοι μας τα καλύτερα. Ποιος βάζει το δάκτυλο στο βάζο με το μέλι και δεν το γλείφει; Είπε, περίπου. Και έχει δίκιο ο άνθρωπος γιατί αυτό δίδαξε, όπως  και άλλοι συναγωνιστές , αφού τούτα όλα που κερδίσαμε από τους αγώνες των είναι στην ουσία δικά τους, δικό τους τσιφλίκι του καθενός και αν δεν τους το δώσουμε το παίρνουν οι ίδιοι, με δικούς τους νόμους, με το εσιέκκιπι, δηλαδή, όπως τόσα χρόνια έκαμναν. Και με την ανοχή και επιδοκιμασία όλων των άλλων, ακόμα και των αντιπάλων πατριωτών και υπερασπιστών του λαού που αρκέστηκαν στο δόγμα που λέει «αφήστε τους να φάνε να χορτάσουν καλά και άμα φτιάξουν κοιλιά και χαλαρώσουν αφήνοντας αφύλακτα τα τσιφλίκια, τότε τα αρπάζουμε εμείς και ασελγώντας μεθοδικά τα ξεζουμίζουμε και αφήνουμε πίσω μας ψαροκόκαλα πού ούτε ψαρόσουπα δεν μπορούν να δώσουν πια. Είναι, μήπως, μια κάποια αρχή, τέλος πάντων, κάτι που θα αρχίσει να οδηγεί τον δύσμοιρο τούτον τόπον σε καλύτερες εποχές; Βεβαίως είναι και αν οι νεώτεροι συνεχίσουν να αυτό-οδηγούνται και να μην ανέχονται την αδικία, τότε είναι δυνατό να ανοίξουμε πανιά για μια πλεύση σε ρότα δύσκολη αλλά με σαφή προορισμό και υπολογίσιμους κινδύνους.